εύμουσος

εύμουσος
ος , ον уст. поэтический; музыкальный, мелодичный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "εύμουσος" в других словарях:

  • εὔμουσος — skilled in the arts masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμουσότερον — εὔμουσος skilled in the arts adverbial comp εὔμουσος skilled in the arts masc acc comp sg εὔμουσος skilled in the arts neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμουσοτέρων — εὔμουσος skilled in the arts fem gen comp pl εὔμουσος skilled in the arts masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμούσως — εὔμουσος skilled in the arts adverbial εὔμουσος skilled in the arts masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔμουσον — εὔμουσος skilled in the arts masc/fem acc sg εὔμουσος skilled in the arts neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμουσοτάτη — εὔμουσος skilled in the arts fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμούσοις — εὔμουσος skilled in the arts masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμούσοισι — εὔμουσος skilled in the arts masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμούσου — εὔμουσος skilled in the arts masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμούσους — εὔμουσος skilled in the arts masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμούσων — εὔμουσος skilled in the arts masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»